Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή πριγκίπισσα και ένας μικρός πειρατής....

Ανήσυχη στριφογύριζε στο πορφυρό θολωτό κρεβάτι της ανάμεσα στα σαράντα πέντε τριανταφυλλί μεταξωτά μαξιλάρια από 'δω και από 'κει. Που και που σκεπαζόταν με το χοντρό παγονί πάπλωμα πάνω από το κεφάλι, γιατί κρύωνε τόσο πολύ σαν να είχε αγκαλιάσει έναν χιονάνθρωπο. Και επίσης ο μικρός πειρατής δεν ένοιωθε καλύτερα. Όταν μια μέρα ήθελε να πεταχτεί από την κουκέτα του, του ήρθε ζαλάδα. Ήταν μήπως θαλασσινή ναυτία; Η μύτη του είχε βουλώσει εντελώς, σαν να την είχε σφραγίσει κανείς με πίσσα. Ο μικρός πειρατής ίδρωνε και κρύωνε – και αυτό εναλλασσόταν μέσα σε δευτερόλεπτα…

Τι έχει η μικρή πριγκίπισσα;
Η συναχωμένη πριγκίπισσα
Πώς απέκτησε η μικρή πριγκίπισσα συνάχι


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα πορφυρό κάστρο πάνω σε ένα λόφο. Εκεί έμενε μια μικρή πριγκίπισσα που την έλεγαν Πολίνα, η οποία δεν ήθελε να κάθεται ακίνητη στην καρέκλα της και ξέφευγε πάντα αθόρυβα για να εξερευνήσει μόνη της το κάστρο.

Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα. Δεν είχε σημασία πόσο κρύο ή πόση ζέστη είχε έξω, το κάστρο ήταν πάντα κρύο. Η μικρή πριγκίπισσα το αισθανόταν κυρίως στα πόδια της, επειδή το πέτρινο πάτωμα του κάστρου ήταν πάντα παγωμένο, χειμώνα-καλοκαίρι. Μέρα με τη μέρα χοροπηδούσε η μικρή πριγκίπισσα ξυπόλυτη τριγύρω στο κάστρο – σε κρυφά μπαλκόνια, στον πύργο της βασίλισσας και, όταν δεν την έβλεπε κανείς, επίσης πολύ βαθιά στο μπουντρούμι.
«Φόρα τα παπουτσάκια σου με τα ρουμπίνια», την προειδοποίησε η μαμά βασίλισσα για τριακοστή έβδομη φορά εκείνη τη μέρα. «Ή τουλάχιστον τις αφράτες κασμιρένιες κάλτσες σου! Αλλιώς θα μου αρρωστήσεις!“
Αλλά η μικρή πριγκίπισσα δεν ήθελε να ακούσει. Εκείνη προτιμούσε να εξερευνά τον κόσμο με όλες τις αισθήσεις. Πρόσφατα είχε βρέξει και είχε ανακαλύψει μια μεγάλη λιμνούλα, η οποία σχεδόν την τραβούσε να χοροπηδήσει μέσα. Και αν ήταν ξυπόλυτη, αυτό θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό. Εκεί μπορούσε κανείς να αισθανθεί τη λάσπη και το κρύο νερό της βροχής τόσο απολαυστικά ανάμεσα στα δάχτυλα και να μυρίσει τη μυρωδιά της βροχής στο ζεστό χώμα. Μμμμ.

Και έτσι ήρθαν τα πράγματα, που μια μέρα η μικρή πριγκίπισσα ξύπνησε και κατάλαβε, ότι δεν αισθανόταν τόσο καλά. Δεν ήθελε πια να χοροπηδάει τριγύρω στον πύργο, ούτε ξυπόλυτη, ούτε με τα μαλακά παπούτσια με τα ρουμπίνια και ούτε με τις αφράτες κασμιρένιες κάλτσες. Ανήσυχη στριφογύριζε στο πορφυρό θολωτό κρεβάτι της ανάμεσα στα σαράντα πέντε κόκκινα τριανταφυλλί μεταξωτά μαξιλάρια από 'δω και από 'κει. Που και που σκεπαζόταν με το χοντρό παγονί πάπλωμα πάνω από το κεφάλι, γιατί κρύωνε τόσο πολύ σαν να είχε αγκαλιάσει έναν χιονάνθρωπο. Έτρεμε και τουρτούριζε. Μετά ένιωθε μονομιάς σαν να της είχε βάλει κανείς δώδεκα καυτές θερμοφόρες στο κρεβάτι. Αμέσως πέταξε από πάνω της την κουβέρτα και ήθελε πολύ να κυλιστεί σε παγωτό βανίλια, για να δροσιστεί.

«Μαμά έλα γρήγορα!», φώναξε η μικρή πριγκίπισσα με βραχνή φωνή και κόκκινη μύτη που έτρεχε.
Δεν είχε πια όρεξη να χοροπηδήσει. Το ανήσυχο πρόσωπο της βασίλισσας εμφανίστηκε στο ροζ λακαρισμένο πλαίσιο της πόρτας.
«Τί είναι παιδί μου; Δεν είσαι καλά;»
Η μικρή πριγκίπισσα ήταν έτοιμη να απαντήσει, όταν ξέσπασε σε ένα γιγάντιο, εκκωφαντικό φτέρνισμα: ΑΑΑΑΑΑΑΑΨΟΥ!
«Έχεις κρυώσει!» Η μαμά βασίλισσα πλησίασε το πορφυρό θολωτό κρεβάτι και έβαλε το χέρι της στο ιδρωμένο μέτωπο της μικρής της πριγκίπισσας. «Μα εσύ καις!»
Γρήγορα πήρε η βασίλισσα το θερμόμετρο από το σεντούκι του γιατρού του κάστρου. Σε μερικά δευτερόλεπτα η υποψία της επιβεβαιώθηκε: Η μικρή πριγκίπισσα είχε πυρετό.

«Πυρετό;» ρώτησε η μικρή πριγκίπισσα. «Τρώγεται αυτό;»
«Όχι», γέλασε η βασίλισσα. «Πυρετό έχει κάποιος όταν είναι άρρωστος.»
«Άρρωστος; Μα εγώ δεν είμαι άρ…« ΑΨΟΥ!
«Ανοησίες. Σήμερα θα μείνεις στο κρεβάτι!»
Η μικρή πριγκίπισσα δεν αντιμίλησε. Ένιωθε άθλια.
«Δεν μπορεί η φρουρά του παλατιού να διώξει τον πυρετό;» Εάν οι μεγάλοι άντρες της φρουράς του παλατιού μπορούσαν να προκαλέσουν φόβο στη μικρή πριγκίπισσα, τότε ο πυρετός σίγουρα θα το έβαζε στα πόδια από το φόβο.
«Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο. Και, ούτως ή άλλως, ο πυρετός από μόνος του δεν είναι κακός. Σε βοηθάει να ξεπεράσεις το κρυολόγημά σου!»
«Εντάξει τότε», μουρμούρισε η μικρή πριγκίπισσα. Κανονικά θα ρώταγε περισσότερα. Όμως και η περιέργειά της είχε κι αυτή αρρωστήσει. Η βασίλισσα κράτησε την άρρωστη μικρή της πριγκίπισσα από το χέρι και τη χάιδεψε απαλά στην πλάτη. Η μικρή πριγκίπισσα αισθάνθηκε τότε πολύ, πολύ καλύτερα. Όταν είναι άρρωστες, οι μικρές πριγκίπισσες αυτό που χρειάζονται είναι πολλή φροντίδα και στοργή από τους γονείς τους.

«Πρέπει να πιεις πολύ, μικρή πριγκίπισσα, μετά θα νιώσεις πολύ-πολύ καλύτερα.»
Η βασίλισσα ζήτησε από την καμαριέρα μια μεγάλη κατσαρόλα με ζεστό χαμομήλι. Η μικρή πριγκίπισσα δυσανασχέτησε. Ιχχχχχ... χαμομήλι. Όμως δεν αντιμίλησε. Ένιωθε πολύ αδύναμη. Και αφού η μικρή πριγκίπισσα έριξε τρεις μεγάλες κουταλιές μέλι στην κούπα της, το πικρό ρόφημα είχε πολύ καλή γεύση.

«Τώρα κοιμήσου πρώτα μικρή μου πριγκίπισσα. Θα δεις, ότι μετά θα νιώσεις πολύ-πολύ καλύτερα.»
Η βασίλισσα ξάπλωσε απαλά τη μικρή της πριγκίπισσα πίσω στα σαράντα πέντε κόκκινα τριανταφυλλί μεταξωτά μαξιλάρια της και τη σκέπασε με μια ελαφριά καλοκαιρινή κουβέρτα, έτσι ώστε να μην παγιδευτεί η ζέστη του πυρετού κάτω από το χοντρό πουπουλένιο πάπλωμα. Η μικρή πριγκίπισσα έκλεισε τα μάτια της και, αν και εξακολουθούσε να υποφέρει από το κρυολόγημά της, ένιωθε πολύ προστατευμένη. Σιγά-σιγά, έπεσε σε ένα βαθύ αναπαυτικό ύπνο και ονειρευόταν συναχωμένους μονόκερους και πολύχρωμα λιβάδια με λουλούδια.

Όταν η μικρή πριγκίπισσα άνοιξε ξανά τα μάτια της, αισθανόταν πραγματικά πολύ καλύτερα. Γεμάτη ενέργεια, ήθελε να πεταχτεί από το κρεβάτι και – φυσικά ξυπόλυτη – να ξεκινήσει το συνηθισμένο ταξίδι εξερεύνησης, όταν εμφανίστηκε η βασίλισσα με το θερμόμετρο στην πόρτα.
«Πού θέλει να πάει η μικρή μου ασθενής; Δεν υπάρχει περίπτωση! Σου είπα να ξεκουραστείς στο κρεβάτι σου!», τη μάλωσε και έβαλε την γκρινιάρα μικρή πριγκίπισσά της πίσω στο πορφυρό θολωτό κρεβάτι με το καλοκαιρινό πάπλωμα και τα σαράντα πέντε μεταξωτά μαξιλάρια. Και είχε δίκιο: Όπως φανέρωσε η γρήγορη μέτρηση πυρετού μέσα σε δευτερόλεπτα, η πριγκίπισσα είχε ακόμα ελαφρύ πυρετό. Ήταν τυχερή, που η βασίλισσα επέμεινε στο να ελέγχει τακτικά τη θερμοκρασία της μικρής πριγκίπισσας.

Κάτω από τα αυστηρά μάτια της μαμάς βασίλισσας, η μικρή, όλο και πιο ανήσυχη πριγκίπισσα έπρεπε να περάσει δύο ολόκληρες ημέρες και ακόμα τρία τέταρτα της ημέρας, στο πορφυρό θολωτό κρεβάτι. Μία, δύο ή ακόμα και τρεις φορές προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά η μικρή πριγκίπισσα διαπίστωνε ότι, κάθε φορά που στεκόταν όρθια, εξακολουθούσε να έχει ζαλάδα. Για να περάσει ο χρόνος της μικρής πριγκίπισσας, η βασίλισσα της έλεγε ιστορίες: για κρυωμένους πειρατές και τους αυστηρούς καπετάνιους τους, για συναχωμένους μονόκερους και άρρωστα πριγκιπόπουλα. Έτσι ένιωσε η μικρή πριγκίπισσα πολύ, πολύ καλύτερα και εξαφανίστηκε η βαρεμάρα της. Στη συνέχεια, το θερμόμετρο έδειξε τελικά ότι η μικρή πριγκίπισσα ήταν και πάλι απολύτως υγιής (η τελευταία φορά που φτερνίστηκε ήταν επίσης σχεδόν μία ολόκληρη μέρα πριν, όπως τόνιζε επανειλημμένα). Η μικρή πριγκίπισσα έπρεπε να δώσει στη μητέρα της την υπόσχεση, να χοροπηδάει τριγύρω στον πύργο μόνο με τις καινούργιες αγκορά παντόφλες της με τα μαργαριτάρια. Αυτές τις είχε παραγγείλει ειδικά η βασίλισσα, έτσι ώστε να μην αρρωστήσει ξανά η πριγκίπισσα με πυρετό. Γιατί μόνο οι υγιείς μικρές πριγκίπισσες μπορούν να εξερευνούν χαρούμενα τον κόσμο.

Τέλος καλό, όλα καλά.

Και το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Μην ξεχνάς να μετράς τον πυρετό.

Τι συμβαίνει με το μικρό πειρατή;
Ο συναχωμένος πειρατής
Πώς απέκτησε ο μικρός πειρατής συνάχι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα πειρατικό πλοίο που έπλεε προς το Νότιο Ειρηνικό για να βρει ένα θησαυρό. Ο Παύλος, ο μικρός πειρατής, ταξίδευε για πρώτη φορά στην ανοιχτή θάλασσα για να μάθει από τον πατέρα του, τον μεγάλο καπετάνιο, τα πραγματικά σημαντικά πράγματα.

 

Όσο κακός και αν ήταν ο καιρός, σκαρφάλωνε ο μικρός πειρατής στα κατάρτια του πειρατικού πλοίου – ευκίνητος σαν μαϊμού, με σίγουρο πάτημα σαν αγριοκάτσικο. Αργά ή γρήγορα, στο πλοίο γινόταν κανείς μούσκεμα, ούτως ή άλλως. Γιατί θα έπρεπε επομένως να φοβάται τη βροχή; Ο μικρός πειρατής ήθελε να είναι ο πρώτος που θα ανακάλυπτε το θρυλικό νησί του θησαυρού στον ορίζοντα. Για ώρες καθόταν λοιπόν στο ψηλότερο κατάρτι και κοιτούσε ανατολικά, ενώ η βροχή έπεφτε με δύναμη στους ώμους του που έτρεμαν από το κρύο. Ο καπετάνιος, ο πατέρας του, είχε προειδοποιήσει το μουσκεμένο μικρό πειρατή πολλές φορές και του είχε ανακοινώσει ότι θα τον έριχνε ταρακουνώντας τον από το κατάρτι σαν ώριμο μήλο από το δέντρο, αν δεν ερχόταν γρήγορα σε στεγνό μέρος. Αλλά ο μικρός πειρατής δεν ήθελε να ακούσει.

«Θα κρυώσεις γιε μου!», φώναζε ο καπετάν-πειρατής, ο οποίος στεκόταν στις σανίδες πολύ πιο κάτω ανεμίζοντας ένα αδιάβροχο.

«Είσαι υπερβολικός, μπαμπά!», του φώναξε ο μικρός πειρατής. Ο μικρός πειρατής δεν είχε χρόνο να κατέβει. Πάνω εκεί, του φάνηκε πως αχνοφαινόταν η πρώτη λάμψη του πράσινου λόφου ενός νησιού!

 

Λάθος συναγερμός. Κανένα ίχνος ακόμα από το νησί του θησαυρού. Καθώς ο μικρός πειρατής κατέβηκε απογοητευμένος για βραδινό, παρατήρησε ότι άρχισε να τρέχει η μύτη του. Στα κρυφά ρουφούσε τη μύτη του. Δεν ήθελε να φανεί ότι ήταν άρρωστος. Διαφορετικά, ο πατέρας του, ο καπετάν-πειρατής, σίγουρα δεν θα τον έπαιρνε μαζί του στο κυνήγι του θησαυρού. Ο μικρός πειρατής είχε απομνημονεύσει το χάρτη του θησαυρού από το μπουκάλι μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, έτσι ώστε να είναι μπροστά-μπροστά στην ομάδα αναζήτησης! Αύριο, θα έφτανε η ώρα.

Σίγουρα.

 

Παρόλ' αυτά, όταν ο μικρός πειρατής πετάχτηκε από την κουκέτα του το επόμενο πρωί, του ήρθε ζαλάδα. Ήταν μήπως θαλασσινή ναυτία; Υπερβολές, σκέφτηκε ο μικρός πειρατής. Αυτός εδώ και καιρό δεν ήταν στεριανός. Ωστόσο, πονούσε όλο του το σώμα, ειδικά το κεφάλι του. Και η μύτη του είχε βουλώσει εντελώς, σαν να την είχε σφραγίσει κανείς με πίσσα. Ακόμα, αν και το πειρατικό πλοίο ήταν μέσα στα ζεστά νερά του Νότιου Ειρηνικού, ένιωθε ότι κρύωνε. Όχι, ζεσταινόταν. Όχι, και όμως κρύωνε. Ε, ζεσταινόταν και κρύωνε μαζί.

 

«Μπαμπά εεμμ… κύριε καπετάνιε! Έλα», φώναξε ο μικρός, αρκετά χλωμός πειρατής. Δεν είχε όρεξη πια να πάει για κυνήγι θησαυρού. Το ανήσυχο πρόσωπο του καπετάν-πειρατή εμφανίστηκε κάτω από το κατάστρωμα.

«Τί είναι γιε μου; Δεν είσαι καλά;»

Ο μικρός πειρατής έγνεψε αδύναμα και σκαρφάλωσε γρήγορα πίσω στην κουκέτα του. Είχε σκεπαστεί με τη χοντρή κουβέρτα πάνω από το κεφάλι του και τουρτούριζε.

«Σου το είχα πει. Θα κρυώσεις.» Ο καπετάν-πειρατής πλησίασε την κουκέτα και έβαλε το χέρι του στο ιδρωμένο μέτωπο του μικρού ταραξία. «Μα εσύ καις!»

Ο καπετάνιος πήρε γρήγορα το θερμόμετρο από το σακίδιο του γιατρού του πλοίου. Σε μερικά δευτερόλεπτα, η υποψία του επιβεβαιώθηκε: Ο μικρός πειρατής είχε πυρετό.

 

«Πυρετό;» ρώτησε ο μικρός πειρατής. «Τρώγεται αυτό;»

«Όχι», γέλασε ο καπετάνιος. «Πυρετό έχει κάποιος όταν είναι άρρωστος.»

«Άρα έχω θαλασσινή ναυτία», είπε ο μικρός πειρατής αποκαρδιωμένος. «Μη με στείλεις ξανά στη στεριά, σε παρακαλώ!»

Ο καπετάνιος ανακάτεψε καλόκαρδα τα μαλλιά του γιου του.

«Σε στέλνω σήμερα στην κουκέτα σου, ναύτη, και εκεί θα μείνεις μέχρι να ξαναγίνεις καλά.»

Ο μικρός πειρατής δεν αντιμίλησε στον καπετάνιο του. Ένιωθε άθλια. Ο καπετάν-πειρατής χάιδεψε τον μικρό του πειρατή απαλά στην πλάτη. Έτσι ένιωσε ο μικρός πειρατής πολύ, πολύ καλύτερα. Όταν είναι άρρωστοι, οι εκκολαπτόμενοι πειρατές αυτό που χρειάζονται είναι πολλή φροντίδα και στοργή από τους γονείς τους.

 

«Πρέπει να πιεις πολύ, μικρέ πειρατή, μετά θα νιώσεις πολύ καλύτερα.»

Ο καπετάνιος είπε σε έναν από τους ναύτες του να φέρει μια μεγάλη κατσαρόλα με ζεστό χαμομήλι στην καμπίνα του γιου του. Ο μικρός πειρατής δυσανασχέτησε. Μπλιαχχχ... χαμομήλι. Όμως δεν αντιμίλησε. Ένιωθε πολύ αδύναμος. Και αφού ο μικρός πειρατής έριξε τρεις μεγάλες κουταλιές μαύρη ζάχαρη στην κούπα του, το πικρό ρόφημα είχε πολύ καλή γεύση.

 

«Τώρα κοιμήσου πρώτα μικρέ μου πειρατή. Θα δεις, ότι μετά θα νιώσεις πολύ-πολύ καλύτερα.»

Ο καπετάν-πειρατής κάλυψε τον πιο μικρό του ναύτη με μια λεπτή κουβέρτα, έτσι ώστε να μην παγιδευτεί η θερμότητα του πυρετού κάτω από την παχιά κουβέρτα. Ο μικρός πειρατής έκλεισε τα μάτια του και ένιωθε το ομοιόμορφο βάρος του πλοίου στα κύματα του Νότιου Ειρηνικού. Ο καπετάνιος κάθισε στο γραφείο του και υπολόγισε τη νέα πορεία. Τότε, ο μικρός πειρατής, αν και εξακολουθούσε να υποφέρει από το κρυολόγημά του, ένοιωθε πολύ προστατευμένος. Σιγά-σιγά τα κύματα τον νανούρισαν σε ένα βαθύ αναπαυτικό ύπνο και ονειρευόταν πλούσια γεμάτα σεντούκια θησαυρού και συναχωμένους παπαγάλους, που στρίγγλιζαν τη μια βρισιά μετά την άλλη.

 

Όταν ο μικρός πειρατής άνοιξε ξανά τα μάτια του, αισθανόταν πραγματικά πολύ καλύτερα. Γεμάτος ενέργεια ήθελε να πεταχτεί από την κουκέτα του – έτοιμος να ανέβει στο ψηλότερο κατάρτι και να ξεθάψει δέκα σεντούκια θησαυρού – τότε ήρθε ο πατέρας του με το θερμόμετρο στο χέρι κατεβαίνοντας τη σκάλα από το κατάστρωμα.

«Πού θέλει να πάει ο μικρός μου ασθενής; Σε καμία περίπτωση! Σου είπα να ξεκουραστείς στην κουκέτα σου!», μάλωσε ο καπετάνιος τον γκρινιάρη μικρό πειρατή και τον έβαλε πίσω στην κουκέτα του. Και είχε δίκιο: Όπως φανέρωσε η γρήγορη μέτρηση πυρετού μέσα σε δευτερόλεπτα, ο μικρός ταραξίας είχε ακόμα ελαφρύ πυρετό. Ήταν τυχερός που ο καπετάνιος επέμεινε στο να ελέγχει τακτικά τη θερμοκρασία του μικρού ασθενούς.

 

Μετά από εντολή του καπετάν-πειρατή, ο μικρός, όλο και πιο ανήσυχος πειρατής έπρεπε να περάσει δύο ολόκληρες ημέρες και ακόμα τρία τέταρτα της ημέρας, κάτω από το κατάστρωμα. Μία, δύο ή ακόμα και τρεις φορές προσπάθησε να φύγει από την καμπίνα, αλλά ο μικρός πειρατής διαπίστωνε ότι, κάθε φορά που στεκόταν όρθιος, εξακολουθούσε να έχει ζαλάδα. Για να περάσει ο χρόνος του μικρού πειρατή, ο καπετάν-πειρατής του έλεγε ιστορίες: Για ιππότες με κρυολόγημα και τις αυστηρές μητέρες τους, για συναχωμένα θαλάσσια τέρατα και άρρωστους πειρατές. Έτσι ένιωσε ο μικρός πειρατής πολύ, πολύ καλύτερα και εξαφανίστηκε η βαρεμάρα του. Τότε το θερμόμετρο έδειξε τελικά ότι ο μικρός πειρατής ήταν και πάλι απόλυτα υγιής (δεν ένιωθε επίσης εδώ και μία μέρα ζαλάδα, όπως ο ίδιος τόνιζε ξανά και ξανά). Ο μικρός πειρατής έπρεπε όμως να δώσει στον καπετάνιο του την υπόσχεση, να αναζητά τα νησιά με θησαυρό μόνο με αδιάβροχο σε βροχερό καιρό, για να μην αρρωστήσει ξανά με πυρετό. Γιατί μόνο οι υγιείς μικροί πειρατές μπορούν να ψάχνουν χαρούμενοι για νησιά με θησαυρό.

 

Τέλος καλό, όλα καλά.

 

Και το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Μην ξεχνάς να μετράς τον πυρετό.

Λήψεις για την ανία και το κρυολόγημα

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ